la gota
go
ˈgo
go
ta
ta
ta
notabotaojotacuota

Ορισμός και σημασία του "gota"στα ισπανικά

01

σταγόνα, σταγονίδιο

pequeña cantidad de líquido con forma redonda 
la gota definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
gotas
Παραδείγματα
Cayó una gota de agua sobre el papel. 

Μια σταγόνα νερού έπεσε στο χαρτί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store