batir
ba
ba
μπα
tir
ˈtiɾ
τιρ
mugirsalirlatirgemir

Ορισμός και σημασία του "batir"στα ισπανικά

01

χτυπώ

mezclar con rapidez y energía ingredientes para hacer una mezcla homogénea 
batir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
bato
γ΄ ενικό πρόσωπο
bate
ενεστώτα μετοχή
batiendo
απλός αόριστος
batí
παθητική μετοχή
batido
Παραδείγματα
Voy a batir los huevos para hacer la tortilla. 

Πρόκειται να χτυπήσω τα αυγά για να φτιάξω την ομελέτα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store