Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
batir
01
χτυπώ
mezclar con rapidez y energía ingredientes para hacer una mezcla homogénea
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
bato
γ΄ ενικό πρόσωπο
bate
ενεστώτα μετοχή
batiendo
απλός αόριστος
batí
παθητική μετοχή
batido
Παραδείγματα
Voy a batir los huevos para hacer la tortilla.
Πρόκειται να χτυπήσω τα αυγά για να φτιάξω την ομελέτα.



























