batir
Pronunciation
/batˈiɾ/

Ορισμός και σημασία του "batir"στα ισπανικά

01

χτυπώ

mezclar con rapidez y energía ingredientes para hacer una mezcla homogénea
batir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
bato
γ΄ ενικό πρόσωπο
bate
ενεστώτα μετοχή
batiendo
απλός αόριστος
batí
παθητική μετοχή
batido
Παραδείγματα
Batimos los ingredientes durante cinco minutos.
Χτυπάμε τα υλικά για πέντε λεπτά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store