dietético
Pronunciation
/djetˈɛtiko/

Ορισμός και σημασία του "dietético"στα ισπανικά

dietético
01

διαιτητικός, σχετικός με τρόφιμα για απώλεια βάρους

relacionado con alimentos o productos que ayudan a mantener o bajar de peso
dietético definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
dietético
αρσενικό πληθυντικό
dietéticos
θηλυκό ενικό
dietética
θηλυκό πληθυντικό
dietéticas
Παραδείγματα
Los refrescos dietéticos no contienen azúcar.
Τα διαιτητικά αναψυκτικά δεν περιέχουν ζάχαρη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store