Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pudrir
01
σαπίζω, αποσυντίθεμαι
perder la frescura y descomponerse por la acción del tiempo o la humedad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
pudro
γ΄ ενικό πρόσωπο
pudre
ενεστώτα μετοχή
pudriendo
απλός αόριστος
me pudrí
παθητική μετοχή
podrido
Παραδείγματα
La fruta se puede pudrir si no la guardas en la nevera.
Το φρούτο μπορεί να σαπίσει αν δεν το κρατήσεις στο ψυγείο.



























