Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pudrir
[past form: me pudrí][present form: me pudro]
01
σαπίζω, αποσυντίθεμαι
perder la frescura y descomponerse por la acción del tiempo o la humedad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
pudro
γ΄ ενικό πρόσωπο
pudre
ενεστώτα μετοχή
pudriendo
απλός αόριστος
me pudrí
παθητική μετοχή
podrido
Παραδείγματα
El pescado se puede pudrir muy rápido en verano.
Το ψάρι μπορεί να σαπίσει πολύ γρήγορα το καλοκαίρι.



























