Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El desempleo
01
επίδομα ανεργίας, οικονομική βοήθεια ανεργίας
dinero que recibe una persona cuando no tiene trabajo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
desempleos
Παραδείγματα
El desempleo es una ayuda económica temporal.
02
ανεργία
situación de no tener trabajo y buscar empleo
Παραδείγματα
El desempleo aumentó durante la crisis económica.
Η ανεργία αυξήθηκε κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης.



























