Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
presencial
01
προσωπικός, παρών
que ocurre con la presencia física de las personas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
presencial
αρσενικό πληθυντικό
presenciales
θηλυκό ενικό
presencial
θηλυκό πληθυντικό
presenciales
Παραδείγματα
La entrevista de trabajo será presencial mañana.



























