doctorar
doc
dok
ντοκ
to
to
το
rar
ˈɾaɾ
ραρ
recordarincautarexfoliarescuchar

Ορισμός και σημασία του "doctorar"στα ισπανικά

doctorar
01

αποκτώ διδακτορικό δίπλωμα, γίνομαι διδάκτορας

obtener el título de doctor después de estudiar y hacer una tesis 
doctorar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
doctoro
γ΄ ενικό πρόσωπο
doctora
ενεστώτα μετοχή
doctorando
απλός αόριστος
me doctoré
παθητική μετοχή
doctorado
Παραδείγματα
Ella se doctoró en biología el año pasado. 

Αυτή απέκτησε το διδακτορικό της στη βιολογία πέρυσι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store