Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
doctorar
01
αποκτώ διδακτορικό δίπλωμα, γίνομαι διδάκτορας
obtener el título de doctor después de estudiar y hacer una tesis
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
doctoro
γ΄ ενικό πρόσωπο
doctora
ενεστώτα μετοχή
doctorando
απλός αόριστος
me doctoré
παθητική μετοχή
doctorado
Παραδείγματα
Ella se doctoró en biología el año pasado.
Αυτή απέκτησε το διδακτορικό της στη βιολογία πέρυσι.



























