Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
doctorar
[past form: me doctoré][present form: me doctoro]
01
αποκτώ διδακτορικό δίπλωμα, γίνομαι διδάκτορας
obtener el título de doctor después de estudiar y hacer una tesis
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
doctoro
γ΄ ενικό πρόσωπο
doctora
ενεστώτα μετοχή
doctorando
απλός αόριστος
me doctoré
παθητική μετοχή
doctorado
Παραδείγματα
Voy a doctorarme en ciencias sociales.
Πρόκειται να αποκτήσω διδακτορικό στις κοινωνικές επιστήμες.



























