Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El expediente
01
φάκελος, αρχείο
documento o conjunto de documentos que contiene información sobre una persona o asunto
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
expedientes
Παραδείγματα
El expediente del paciente está en la oficina del doctor.
Το αρχείο του ασθενούς είναι στο γραφείο του γιατρού.



























