laico
Pronunciation
/lˈaɪko/

Ορισμός και σημασία του "laico"στα ισπανικά

01

κοσμικός, μη θρησκευτικός

que no está relacionado con la religión o la iglesia
laico definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
laico
αρσενικό πληθυντικό
laicos
θηλυκό ενικό
laica
θηλυκό πληθυντικό
laicas
Παραδείγματα
La sociedad moderna promueve valores laicos.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store