Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
laico
01
κοσμικός, μη θρησκευτικός
que no está relacionado con la religión o la iglesia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
laico
αρσενικό πληθυντικό
laicos
θηλυκό ενικό
laica
θηλυκό πληθυντικό
laicas
Παραδείγματα
La sociedad moderna promueve valores laicos.



























