Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
adoptado
01
υιοθετημένος
persona que ha sido tomada como hijo legal por una familia que no es la de nacimiento
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
adoptado
αρσενικό πληθυντικό
adoptados
θηλυκό ενικό
adoptada
θηλυκό πληθυντικό
adoptadas
Παραδείγματα
La historia del hijo adoptado es muy conmovedora.
Η ιστορία του υιοθετημένου γιου είναι πολύ συγκινητική.



























