Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cansar
[past form: me cansé][present form: me canso]
01
κουράζομαι, εξαντλούμαι
sentir fatiga o perder energía después de hacer algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
canso
γ΄ ενικό πρόσωπο
cansa
ενεστώτα μετοχή
cansando
απλός αόριστος
me cansé
παθητική μετοχή
cansado
Παραδείγματα
Me canso rápido si no duermo bien.
Κουράζομαι γρήγορα αν δεν κοιμηθώ καλά.
02
κουράζω, κουράζομαι
provocar cansancio físico o mental
Παραδείγματα
Esa rutina termina cansando a cualquiera.
Αυτή η ρουτίνα καταλήγει να κουράζει τον καθένα.



























