cansar
can
kan
kan
sar
ˈsaɾ
sar
casarcantarcausar

Ορισμός και σημασία του "cansar"στα ισπανικά

cansar
01

κουράζομαι, εξαντλούμαι

sentir fatiga o perder energía después de hacer algo 
cansar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
canso
γ΄ ενικό πρόσωπο
cansa
ενεστώτα μετοχή
cansando
απλός αόριστος
me cansé
παθητική μετοχή
cansado
Παραδείγματα
Me canso después de correr mucho. 

Κουράζομαι μετά από πολύ τρέξιμο.

02

κουράζω, κουράζομαι

provocar cansancio físico o mental 
Παραδείγματα
El trabajo repetitivo lo cansa rápidamente. 

Η επαναλαμβανόμενη εργασία τον κουράζει γρήγορα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store