cobarde
co
ko
κο
bar
ˈβaɾ
βαρ
de
ðe
δε
tarde

Ορισμός και σημασία του "cobarde"στα ισπανικά

01

δειλός, άτολμος

que tiene miedo y evita enfrentar situaciones difíciles o peligrosas 
cobarde definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más cobarde
συγκριτικός βαθμός
más cobarde
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cobarde
αρσενικό πληθυντικό
cobardes
θηλυκό ενικό
cobarde
θηλυκό πληθυντικό
cobardes
θεματικό πεδίο
comportamiento, personalidad, emociones
Παραδείγματα
No seas cobarde y enfrenta tus problemas. 

Μην είσαι δειλός και αντιμετώπισε τα προβλήματά σου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store