cobarde
Pronunciation
/koβˈaɾðe/

Ορισμός και σημασία του "cobarde"στα ισπανικά

01

δειλός, άτολμος

que tiene miedo y evita enfrentar situaciones difíciles o peligrosas
cobarde definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más cobarde
συγκριτικός βαθμός
más cobarde
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cobarde
αρσενικό πληθυντικό
cobardes
θηλυκό ενικό
cobarde
θηλυκό πληθυντικό
cobardes
Παραδείγματα
Deja de ser cobarde y da un paso adelante.
Σταμάτα να είσαι δειλός και κάνε ένα βήμα μπροστά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store