Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
solidario
01
αλληλέγγυος
que apoya y ayuda a los demás, especialmente en momentos difíciles
Παραδείγματα
Un equipo solidario trabaja mejor.
Μια αλληλέγγυα ομάδα δουλεύει καλύτερα.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
αλληλέγγυος