solidario
Pronunciation
/sˌoliðˈaɾjo/

Ορισμός και σημασία του "solidario"στα ισπανικά

01

αλληλέγγυος

que apoya y ayuda a los demás, especialmente en momentos difíciles
solidario definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más solidario
συγκριτικός βαθμός
más solidario
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
solidario
αρσενικό πληθυντικό
solidarios
θηλυκό ενικό
solidaria
θηλυκό πληθυντικό
solidarias
Παραδείγματα
Un equipo solidario trabaja mejor.
Μια αλληλέγγυα ομάδα δουλεύει καλύτερα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store