atento
a
a
α
ten
ˈten
τεν
to
to
το
acentoateneo

Ορισμός και σημασία του "atento"στα ισπανικά

01

προσεκτικός, ευγενικός

que presta atención o muestra cortesía hacia los demás 
atento definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más atento
συγκριτικός βαθμός
más atento
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
atento
αρσενικό πληθυντικό
atentos
θηλυκό ενικό
atenta
θηλυκό πληθυντικό
atentas
θεματικό πεδίο
comportamiento, interacción, cortesía
Παραδείγματα
atento cuando hables con los clientes. 

Να είστε προσεκτικοί όταν μιλάτε με τους πελάτες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store