Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
atento
01
προσεκτικός, ευγενικός
que presta atención o muestra cortesía hacia los demás
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más atento
συγκριτικός βαθμός
más atento
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
atento
αρσενικό πληθυντικό
atentos
θηλυκό ενικό
atenta
θηλυκό πληθυντικό
atentas
Παραδείγματα
Él siempre es atento y amable con sus vecinos.
Είναι πάντα προσεκτικός και ευγενικός με τους γείτονές του.



























