Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pegar
01
χτυπώ, δέρνω
golpear a alguien o algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
pego
γ΄ ενικό πρόσωπο
pega
ενεστώτα μετοχή
pegando
απλός αόριστος
pegué
παθητική μετοχή
pegado
Παραδείγματα
El niño le pegó a su hermano.
Το αγόρι χτύπησε τον αδελφό του.
02
ταιριάζω, συνδυάζομαι
combinar bien con algo en estilo, color o forma
Παραδείγματα
Esa camisa no pega con esos pantalones.
Αυτό το πουκάμισο δεν ταιριάζει με αυτό το παντελόνι.
03
κολλώ
unir una cosa a otra con pegamento u otro adhesivo
Παραδείγματα
Voy a pegar las fotos en el álbum.
Πρόκειται να κολλήσω τις φωτογραφίες στο άλμπουμ.
04
επικολλώ
insertar texto, imágenes u otros elementos copiados previamente en un documento o aplicación
Παραδείγματα
Copia el texto y luego pégalo en el documento.
Αντιγράψτε το κείμενο και μετά επικολλήστε το στο έγγραφο.



























