Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pegar
[past form: pegué][present form: pego]
01
χτυπώ, δέρνω
golpear a alguien o algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
pego
γ΄ ενικό πρόσωπο
pega
ενεστώτα μετοχή
pegando
απλός αόριστος
pegué
παθητική μετοχή
pegado
Παραδείγματα
El niño lloró porque otro le pegó.
Το παιδί έκλαψε γιατί ένα άλλο το χτύπησε.
02
ταιριάζω, συνδυάζομαι
combinar bien con algo en estilo, color o forma
Παραδείγματα
El mantel pega con las cortinas.
Το τραπεζομάντηλο ταιριάζει με τις κουρτίνες.
03
κολλώ
unir una cosa a otra con pegamento u otro adhesivo
Παραδείγματα
Pegaron las piezas del rompecabezas.
Κολλήστε τα κομμάτια του παζλ μαζί.
04
επικολλώ
insertar texto, imágenes u otros elementos copiados previamente en un documento o aplicación
Παραδείγματα
Pega los comentarios en el correo electrónico.
Επικολλήστε τα σχόλια στο email.



























