reír
reír
reiɾ
reir
unirmorirvenirrugir

Ορισμός και σημασία του "reír"στα ισπανικά

01

γελάω

mostrar alegría o diversión haciendo sonidos con la boca 
reír definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
río
γ΄ ενικό πρόσωπο
ríe
ενεστώτα μετοχή
riendo
απλός αόριστος
reí
παθητική μετοχή
reído
Παραδείγματα
Me gusta reír con mis amigos. 

Μου αρέσει να γελάω με τους φίλους μου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store