Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El vapor
01
ατμός, ατμός νερού
gas que se forma cuando un líquido se calienta
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
vapores
Παραδείγματα
El vapor sale de la olla cuando hierve el agua.
Ο ατμός βγαίνει από την κατσαρόλα όταν βράζει το νερό.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
vapor
vape



























