el vapor
Pronunciation
/bapˈɔɾ/

Ορισμός και σημασία του "vapor"στα ισπανικά

El vapor
[gender: masculine]
01

ατμός, ατμός νερού

gas que se forma cuando un líquido se calienta
el vapor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
vapores
Παραδείγματα
Cuidado con el vapor caliente que sale del café.
Προσοχή στον καυτό ατμό που βγαίνει από τον καφέ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store