Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
denunciar
01
καταγγέλλω, αναφέρω
informar o comunicar a las autoridades sobre un delito o situación ilegal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
denuncio
γ΄ ενικό πρόσωπο
denuncia
ενεστώτα μετοχή
denunciando
απλός αόριστος
denuncié
παθητική μετοχή
denunciado
Παραδείγματα
El testigo denunció el acto ilegal.
Ο μάρτυρας κατήγγειλε την παράνομη πράξη.
02
καταγγέλλω
declarar públicamente que algo es incorrecto, ilegal o injusto
Παραδείγματα
Denunciaron públicamente la violencia policial.
Κατήγγειλαν δημόσια την αστυνομική βία.
03
αναφέρω
notificar a los administradores de una plataforma sobre un contenido o usuario que infringe las normas
Παραδείγματα
Me preguntó por qué había denunciado su comentario, y le expliqué las normas.
Με ρώτησε γιατί είχα καταγγείλει το σχόλιό του, και του εξήγησα τους κανόνες.



























