Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
temporal
01
προσωρινός, παροδικός
que dura solo por un tiempo limitado, no permanente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más temporal
συγκριτικός βαθμός
más temporal
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
temporal
αρσενικό πληθυντικό
temporales
θηλυκό ενικό
temporal
θηλυκό πληθυντικό
temporales
Παραδείγματα
Tengo un trabajo temporal por tres meses.
Έχω μια προσωρινή δουλειά για τρεις μήνες.
El temporal
01
θύελλα, καταιγίδα
fenómeno atmosférico caracterizado por fuertes vientos, lluvia o nieve
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
temporales
Παραδείγματα
El temporal causó daños en la costa.
Η καταιγίδα προκάλεσε ζημιές στην ακτή.
Λεξικό Δέντρο
intemporal
temporal



























