temporal
tem
tem
τεμ
po
po
πο
ral
ˈɾal
ραλ
concejalhabitualverticalpedestal

Ορισμός και σημασία του "temporal"στα ισπανικά

01

προσωρινός, παροδικός

que dura solo por un tiempo limitado,  no permanente 
temporal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más temporal
συγκριτικός βαθμός
más temporal
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
temporal
αρσενικό πληθυντικό
temporales
θηλυκό ενικό
temporal
θηλυκό πληθυντικό
temporales
θεματικό πεδίο
duración, empleo, estado
Παραδείγματα
Tengo un trabajo temporal por tres meses. 

Έχω μια προσωρινή δουλειά για τρεις μήνες.

01

θύελλα, καταιγίδα

fenómeno atmosférico caracterizado por fuertes vientos, lluvia o nieve 
el temporal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
temporales
Παραδείγματα
El temporal causó daños en la costa. 

Η καταιγίδα προκάλεσε ζημιές στην ακτή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

intemporal
temporal
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store