Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fijo
01
σταθερός, μόνιμος
que es permanente y no cambia con el tiempo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más fijo
συγκριτικός βαθμός
más fijo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
fijo
αρσενικό πληθυντικό
fijos
θηλυκό ενικό
fija
θηλυκό πληθυντικό
fijas
Παραδείγματα
Su dirección fija está en esa ciudad.
Η σταθερή διεύθυνσή της βρίσκεται σε εκείνη την πόλη.



























