Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La separación
[gender: feminine]
01
διαζύγιο, χωρισμός
situación en la que dos personas que vivían juntas dejan de hacerlo, especialmente una pareja
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
separaciones
Παραδείγματα
La separación marcó un nuevo comienzo.



























