el noviazgo
Pronunciation
/noβjˈaθɣo/

Ορισμός και σημασία του "noviazgo"στα ισπανικά

01

αρραβώνας, επίσημη ερωτική σχέση

relación amorosa formal entre dos personas antes del matrimonio
el noviazgo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
noviazgos
Παραδείγματα
Recordaron con cariño los días de su noviazgo.
Θυμήθηκαν με στοργή τις μέρες του αρραβώνα τους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store