la crisis
Pronunciation
/kɾˈisis/

Ορισμός και σημασία του "crisis"στα ισπανικά

La crisis
[gender: feminine]
01

κρίση, κρίση

situación difícil o peligrosa que necesita una solución urgente
la crisis definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
crisis
Παραδείγματα
La crisis sanitaria afectó a todo el mundo.
Η υγειονομική κρίση επηρέασε όλο τον κόσμο.
02

κρίση, επίθεση

episodio repentino y grave de una enfermedad o alteración física o mental
Παραδείγματα
El paciente sufre crisis frecuentes de migraña.
Ο ασθενής υποφέρει από συχνές κρίσεις ημικρανίας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store