Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La crisis
01
κρίση, κρίση
situación difícil o peligrosa que necesita una solución urgente
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
crisis
Παραδείγματα
El país atraviesa una crisis económica.
Η χώρα διανύει μια οικονομική κρίση.
02
κρίση, επίθεση
episodio repentino y grave de una enfermedad o alteración física o mental
Παραδείγματα
El paciente sufrió una crisis nerviosa.
Ο ασθενής υπέστη μια νευρική κρίση.
LanGeek



























