Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
retransmitir
[past form: retransmití][present form: retransmito]
01
επανεκπέμπω, εκπέμπω
emitir un programa o evento por radio o televisión
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
retransmito
γ΄ ενικό πρόσωπο
retransmite
ενεστώτα μετοχή
retransmitiendo
απλός αόριστος
retransmití
παθητική μετοχή
retransmitido
Παραδείγματα
El canal suele retransmitir series clásicas.
Το κανάλι συνήθως επανεκπέμπει κλασικές σειρές.



























