Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pasarlo mal
01
περνάω άσχημα, δεν απολαμβάνω
no disfrutar de una actividad o momento, sentirse incómodo o infeliz
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
lo paso mal
γ΄ ενικό πρόσωπο
lo pasa mal
ενεστώτα μετοχή
pasándolo mal
απλός αόριστος
lo pasó mal
παθητική μετοχή
lo pasado mal
Παραδείγματα
Los niños se lo pasaron mal porque llovía todo el día.
Τα παιδιά πέρασαν άσχημα γιατί έβρεχε όλη μέρα.



























