Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pasarlo mal
01
περνάω άσχημα, δεν απολαμβάνω
no disfrutar de una actividad o momento, sentirse incómodo o infeliz
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
lo paso mal
γ΄ ενικό πρόσωπο
lo pasa mal
ενεστώτα μετοχή
pasándolo mal
απλός αόριστος
lo pasó mal
παθητική μετοχή
lo pasado mal
Παραδείγματα
Nos lo pasamos mal durante la tormenta.
Περάσαμε άσχημα κατά τη διάρκεια της καταιγίδας.



























