la cemica
ce
θe
θε
ˈɾa
ρα
mi
mi
μι
ca
ka
κα

Ορισμός και σημασία του "cerámica"στα ισπανικά

01

κεραμική, αγγειοπλαστική

arte de hacer objetos con barro y cocerlos 
la cerámica definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La cerámica tradicional se utiliza para hacer platos y vasijas. 

Η παραδοσιακή κεραμική χρησιμοποιείται για την κατασκευή πιάτων και αγγείων.

02

κεραμική, κεραμικό υλικό

material duro para construcción o fabricación 
la cerámica definition and meaning
Παραδείγματα
La cerámica es un material resistente y duradero. 

Η κεραμική είναι ένα ανθεκτικό και ανθεκτικό υλικό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store