bucear
Pronunciation
/bˌuθeˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "bucear"στα ισπανικά

bucear
01

καταδύομαι, κάνω κατάδυση

nadar y explorar debajo del agua
bucear definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
buceo
γ΄ ενικό πρόσωπο
bucea
ενεστώτα μετοχή
buceando
απλός αόριστος
buceé
παθητική μετοχή
buceado
Παραδείγματα
Bucear en aguas claras es una experiencia increíble.
Καταδύσεις σε καθαρά νερά είναι μια απίστευτη εμπειρία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store