bucear
bu
bu
boo
cear
ˈθeaɾ
thear
jaguarcostaranotarapoyar

Ορισμός και σημασία του "bucear"στα ισπανικά

bucear
01

καταδύομαι, κάνω κατάδυση

nadar y explorar debajo del agua 
bucear definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
buceo
γ΄ ενικό πρόσωπο
bucea
ενεστώτα μετοχή
buceando
απλός αόριστος
buceé
παθητική μετοχή
buceado
Παραδείγματα
Me gusta bucear en el mar durante las vacaciones. 

Μου αρέσει να καταδύομαι στη θάλασσα κατά τις διακοπές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store