Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bucear
01
καταδύομαι, κάνω κατάδυση
nadar y explorar debajo del agua
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
buceo
γ΄ ενικό πρόσωπο
bucea
ενεστώτα μετοχή
buceando
απλός αόριστος
buceé
παθητική μετοχή
buceado
Παραδείγματα
Bucear en aguas claras es una experiencia increíble.
Καταδύσεις σε καθαρά νερά είναι μια απίστευτη εμπειρία.



























