Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mineral
01
ορυκτός
que está compuesto por minerales o que proviene de ellos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
mineral
αρσενικό πληθυντικό
minerales
θηλυκό ενικό
mineral
θηλυκό πληθυντικό
minerales
θεματικό πεδίο
geología, alimentación, química
Παραδείγματα
El agua mineral es buena para la salud.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
mineral
miner



























