el carril
ca
ka
ka
rril
ˈril
ril
mandiltextilBrasilmarfil

Ορισμός και σημασία του "carril"στα ισπανικά

01

λωρίδα

parte de una carretera destinada a la circulación de un solo vehículo en una dirección 
el carril definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
carriles
Παραδείγματα
El carril derecho está cerrado por obras. 

Η λωρίδα δεξιά είναι κλειστή λόγω έργων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store