el atropello
at
at
at
ro
ɾo
ro
pe
ˈpe
pe
llo
ʎo
lio
aquellocabellocamellocuello

Ορισμός και σημασία του "atropello"στα ισπανικά

01

τροχαίο ατύχημα που περιλαμβάνει πεζό ή ζώο, πρόσκρουση οχήματος σε πεζό ή ζώο

accidente en el que un vehículo golpea a una persona o un animal 
el atropello definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
atropellos
Παραδείγματα
El conductor fue detenido después del atropello. 

Ο οδηγός συνελήφθη μετά το ατύχημα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store