el atropello
Pronunciation
/ˌatɾopˈeʎo/

Ορισμός και σημασία του "atropello"στα ισπανικά

El atropello
[gender: masculine]
01

τροχαίο ατύχημα που περιλαμβάνει πεζό ή ζώο, πρόσκρουση οχήματος σε πεζό ή ζώο

accidente en el que un vehículo golpea a una persona o un animal
el atropello definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
atropellos
Παραδείγματα
La víctima del atropello fue llevada al hospital.
Το θύμα του ατυχήματος μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store