Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El atropello
01
τροχαίο ατύχημα που περιλαμβάνει πεζό ή ζώο, πρόσκρουση οχήματος σε πεζό ή ζώο
accidente en el que un vehículo golpea a una persona o un animal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
atropellos
Παραδείγματα
El conductor fue detenido después del atropello.
Ο οδηγός συνελήφθη μετά το ατύχημα.



























