Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El neurólogo
[gender: masculine]
01
νευρολόγος
médico especializado en el diagnóstico y tratamiento de enfermedades del sistema nervioso
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
neurólogos
Παραδείγματα
El neurólogo trabaja en conjunto con otros especialistas.



























