mareado
ma
ma
μα
rea
ˈɾea
ρεα
do
ðo
δο
marcado

Ορισμός και σημασία του "mareado"στα ισπανικά

01

ναυτιώδης, με ναυτία

que siente ganas de vomitar o malestar estomacal 
mareado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más mareado
συγκριτικός βαθμός
más mareado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
mareado
αρσενικό πληθυντικό
mareados
θηλυκό ενικό
mareada
θηλυκό πληθυντικό
mareadas
θεματικό πεδίο
salud, sensación, estado físico
Παραδείγματα
Ella está mareada y no puede comer nada hoy. 

Αισθάνεται ναυτία και δεν μπορεί να φάει τίποτα σήμερα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store