preocupar
preo
pɾeo
preo
cu
ku
koo
par
ˈpaɾ
par
maquillarpellizcaraproximardivorciar

Ορισμός και σημασία του "preocupar"στα ισπανικά

preocupar
01

ανησυχώ, αγχώνομαι

tener miedo o inquietud por algo 
preocupar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
preocupo
γ΄ ενικό πρόσωπο
preocupa
ενεστώτα μετοχή
preocupando
απλός αόριστος
me preocupé
παθητική μετοχή
preocupado
Παραδείγματα
No te preocupes por el examen. 

Μην ανησυχείς για τις εξετάσεις.

02

ανησυχώ, νοιάζομαι

importar o interesarse por alguien 
Παραδείγματα
Me preocupo por mi hermano. 

Ανησυχώ για τον αδερφό μου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store