Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
preocupar
01
ανησυχώ, αγχώνομαι
tener miedo o inquietud por algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
preocupo
γ΄ ενικό πρόσωπο
preocupa
ενεστώτα μετοχή
preocupando
απλός αόριστος
me preocupé
παθητική μετοχή
preocupado
Παραδείγματα
No te preocupes por el examen.
Μην ανησυχείς για τις εξετάσεις.
02
ανησυχώ, νοιάζομαι
importar o interesarse por alguien
Παραδείγματα
Me preocupo por mi hermano.
Ανησυχώ για τον αδερφό μου.



























