Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pitar
[past form: pité][present form: pito]
01
διαιτητεύω, σφυρίζω
actuar como árbitro en un partido o competición
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
pito
γ΄ ενικό πρόσωπο
pita
ενεστώτα μετοχή
pitando
απλός αόριστος
pité
παθητική μετοχή
pitado
Παραδείγματα
Pitar bien un partido ayuda a evitar conflictos.
Το να διαιτητεύεις καλά έναν αγώνα βοηθά στην αποφυγή συγκρούσεων.



























