pitar
pi
pi
pi
tar
ˈtaɾ
tar
pintarpicarpisarpilar

Ορισμός και σημασία του "pitar"στα ισπανικά

01

διαιτητεύω, σφυρίζω

actuar como árbitro en un partido o competición 
pitar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
pito
γ΄ ενικό πρόσωπο
pita
ενεστώτα μετοχή
pitando
απλός αόριστος
pité
παθητική μετοχή
pitado
Παραδείγματα
Mi hermano pita partidos de fútbol los fines de semana. 

Ο αδερφός μου διαιτητεύει αγώνες ποδοσφαίρου τα σαββατοκύριακα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store