Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pitar
01
διαιτητεύω, σφυρίζω
actuar como árbitro en un partido o competición
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
pito
γ΄ ενικό πρόσωπο
pita
ενεστώτα μετοχή
pitando
απλός αόριστος
pité
παθητική μετοχή
pitado
Παραδείγματα
Mi hermano pita partidos de fútbol los fines de semana.
Ο αδερφός μου διαιτητεύει αγώνες ποδοσφαίρου τα σαββατοκύριακα.



























