ordeñar
or
or
de
de
de
ñar
ˈɲaɾ
niar
ordenar

Ορισμός και σημασία του "ordeñar"στα ισπανικά

ordeñar
01

αρμέγω, εξάγω γάλα

extraer leche de los animales, especialmente vacas o cabras 
ordeñar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
ordeño
γ΄ ενικό πρόσωπο
ordeña
ενεστώτα μετοχή
ordeñando
απλός αόριστος
ordeñé
παθητική μετοχή
ordeñado
Παραδείγματα
El granjero ordeña las vacas todas las mañanas. 

Ο αγρότης αρμέγει τις αγελάδες κάθε πρωί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store