ordeñar
Pronunciation
/ˌɔɾðeɲˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "ordeñar"στα ισπανικά

ordeñar
[past form: ordeñé][present form: ordeño]
01

αρμέγω, εξάγω γάλα

extraer leche de los animales, especialmente vacas o cabras
ordeñar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
ordeño
γ΄ ενικό πρόσωπο
ordeña
ενεστώτα μετοχή
ordeñando
απλός αόριστος
ordeñé
παθητική μετοχή
ordeñado
Παραδείγματα
En la granja utilizan máquinas para ordeñar.
Στο αγρόκτημα χρησιμοποιούν μηχανές για αρμέγουν.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store