Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ordeñar
[past form: ordeñé][present form: ordeño]
01
αρμέγω, εξάγω γάλα
extraer leche de los animales, especialmente vacas o cabras
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
ordeño
γ΄ ενικό πρόσωπο
ordeña
ενεστώτα μετοχή
ordeñando
απλός αόριστος
ordeñé
παθητική μετοχή
ordeñado
Παραδείγματα
En la granja utilizan máquinas para ordeñar.
Στο αγρόκτημα χρησιμοποιούν μηχανές για αρμέγουν.



























