Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
arar
01
οργώνω, καλλιεργώ τη γη
remover la tierra con el arado para sembrar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
aro
γ΄ ενικό πρόσωπο
ara
ενεστώτα μετοχή
arando
απλός αόριστος
aré
παθητική μετοχή
arado
Παραδείγματα
El campesino va a arar el campo mañana.
Ο αγρότης θα πάει να οργώσει το χωράφι αύριο.



























