arar
a
a
a
rar
ˈɾaɾ
rar
armararañar

Ορισμός και σημασία του "arar"στα ισπανικά

01

οργώνω, καλλιεργώ τη γη

remover la tierra con el arado para sembrar 
arar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
aro
γ΄ ενικό πρόσωπο
ara
ενεστώτα μετοχή
arando
απλός αόριστος
aré
παθητική μετοχή
arado
Παραδείγματα
El campesino va a arar el campo mañana. 

Ο αγρότης θα πάει να οργώσει το χωράφι αύριο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store