el humo
Pronunciation
/ˈumo/

Ορισμός και σημασία του "humo"στα ισπανικά

El humo
[gender: masculine]
01

καπνός, καπνός

mezcla visible de gases y partículas que se produce al quemar algo
el humo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Hay humo negro saliendo del coche.
Από το αυτοκίνητο βγαίνει μαύρος καπνός.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store