el kilómetro
kiló
ˈkilo
kilo
met
met
met
ro
ɾo
ro
termómetrocronómetrotensiómetro

Ορισμός και σημασία του "kilómetro"στα ισπανικά

01

χιλιόμετρο, χιλιόμετρο

unidad de medida de longitud que equivale a mil metros 
el kilómetro definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
kilómetros
Παραδείγματα
La ciudad está a diez kilómetros de aquí. 

Η πόλη βρίσκεται σε απόσταση δέκα χιλιομέτρων από εδώ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store