mensual
Pronunciation
/mɛnswˈal/

Ορισμός και σημασία του "mensual"στα ισπανικά

01

μηνιαίος

que ocurre o se repite cada mes
mensual definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
mensual
αρσενικό πληθυντικό
mensuales
θηλυκό ενικό
mensual
θηλυκό πληθυντικό
mensuales
Παραδείγματα
El servicio tiene un costo mensual muy bajo.
Η υπηρεσία έχει πολύ χαμηλό μηνιαίο κόστος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store