calzar
Pronunciation
/kalθˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "calzar"στα ισπανικά

calzar
[past form: calcé][present form: calzo]
01

φορώ, φορώ παπούτσια

usar o llevar calzado
calzar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
calzo
γ΄ ενικό πρόσωπο
calza
ενεστώτα μετοχή
calzando
απλός αόριστος
calcé
παθητική μετοχή
calzado
Παραδείγματα
Calzar zapatos nuevos puede ser incómodo al principio.
Φοράω καινούρια παπούτσια μπορεί να είναι άβολο στην αρχή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store