Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
calzar
01
φορώ, φορώ παπούτσια
usar o llevar calzado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
calzo
γ΄ ενικό πρόσωπο
calza
ενεστώτα μετοχή
calzando
απλός αόριστος
calcé
παθητική μετοχή
calzado
Παραδείγματα
Siempre calzo zapatos cómodos.
Πάντα φοράω άνετα παπούτσια.



























