Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
conservador
01
συντηρητικός, παραδοσιακός
que prefiere mantener las tradiciones y cambiar poco las cosas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más conservador
συγκριτικός βαθμός
más conservador
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
conservador
αρσενικό πληθυντικό
conservadores
θηλυκό ενικό
conservadora
θηλυκό πληθυντικό
conservadoras
Παραδείγματα
Su pensamiento conservador influyó en su familia.
Η συντηρητική σκέψη του επηρέασε την οικογένειά του.
El conservador
01
συντηρητικός
persona que defiende ideas políticas tradicionales
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
conservadores
Παραδείγματα
El conservador asistió a la sesión legislativa.
Ο συντηρητικός παρακολούθησε τη νομοθετική συνεδρίαση.



























