conservador
con
kon
κον
ser
seɾ
σερ
va
βa
βα
dor
ˈðoɾ
δορ
despertadorconstructordefraudadormaquillador

Ορισμός και σημασία του "conservador"στα ισπανικά

conservador
01

συντηρητικός, παραδοσιακός

que prefiere mantener las tradiciones y cambiar poco las cosas 
conservador definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más conservador
συγκριτικός βαθμός
más conservador
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
conservador
αρσενικό πληθυντικό
conservadores
θηλυκό ενικό
conservadora
θηλυκό πληθυντικό
conservadoras
θεματικό πεδίο
política, ideología, comportamiento
Παραδείγματα
Mi abuelo es muy conservador y no le gustan los cambios. 

Ο παππούς μου είναι πολύ συντηρητικός και δεν του αρέσουν οι αλλαγές.

El conservador
01

συντηρητικός

persona que defiende ideas políticas tradicionales 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
conservadores
αρσενικό ενικό
conservador
θηλυκό ενικό
conservadora
neutral form
persona conservadora
Παραδείγματα
El conservador votó por mantener las leyes actuales. 

Ο συντηρητικός ψήφισε για τη διατήρηση των τρεχουσών νόμων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store