Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
impresionista
01
ιμπρεσιονιστικός, ιμπρεσιονιστικός
que pertenece al movimiento artístico que busca representar la impresión visual o sensorial del momento, especialmente a través del color y la luz
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
impresionista
αρσενικό πληθυντικό
impresionistas
θηλυκό ενικό
impresionista
θηλυκό πληθυντικό
impresionistas
Παραδείγματα
Me gusta mucho la pintura impresionista.
Μου αρέσει πολύ η ιμπρεσιονιστική ζωγραφική.



























