Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El guitarrista
01
κιθαρίστας
persona que toca la guitarra
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
guitarristas
Παραδείγματα
La guitarrista toca con mucha pasión.
Η κιθαρίστρια παίζει με πολύ πάθος.



























