cocido
co
ko
ko
ci
ˈθi
thi
do
ðo
dho
conocidocosido

Ορισμός και σημασία του "cocido"στα ισπανικά

01

μαγειρεμένος, ετοιμασμένος

que está preparado o hecho por cocción 
cocido definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más cocido
συγκριτικός βαθμός
más cocido
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cocido
αρσενικό πληθυντικό
cocidos
θηλυκό ενικό
cocida
θηλυκό πληθυντικό
cocidas
Παραδείγματα
El pollo está bien cocido. 

Το κοτόπουλο είναι καλά μαγειρεμένο.

01

στιφάδο

plato de carne, verduras y legumbres cocidas 
el cocido definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cocidos
Παραδείγματα
El cocido de hoy está delicioso. 

Το σημερινό κόσιδο είναι νόστιμο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store