alquilar
Pronunciation
/ˌalkilˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "alquilar"στα ισπανικά

alquilar
[past form: alquilé][present form: alquilo]
01

νοικιάζω

dar o tomar algo por un tiempo pagando dinero
alquilar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
alquilo
γ΄ ενικό πρόσωπο
alquila
ενεστώτα μετοχή
alquilando
απλός αόριστος
alquilé
παθητική μετοχή
alquilado
Παραδείγματα
Él alquila un departamento para estudiar.
Αυτός νοικιάζει ένα διαμέρισμα για να μελετήσει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store