alquilar
al
al
al
qui
ki
ki
lar
ˈlaɾ
lar
estudiaralmorzarsobornarescampar

Ορισμός και σημασία του "alquilar"στα ισπανικά

alquilar
01

νοικιάζω

dar o tomar algo por un tiempo pagando dinero 
alquilar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
alquilo
γ΄ ενικό πρόσωπο
alquila
ενεστώτα μετοχή
alquilando
απλός αόριστος
alquilé
παθητική μετοχή
alquilado
Παραδείγματα
Voy a alquilar un apartamento en el centro. 

Πρόκειται να νοικιάσω ένα διαμέρισμα στο κέντρο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store