Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
alquilar
[past form: alquilé][present form: alquilo]
01
νοικιάζω
dar o tomar algo por un tiempo pagando dinero
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
alquilo
γ΄ ενικό πρόσωπο
alquila
ενεστώτα μετοχή
alquilando
απλός αόριστος
alquilé
παθητική μετοχή
alquilado
Παραδείγματα
Él alquila un departamento para estudiar.
Αυτός νοικιάζει ένα διαμέρισμα για να μελετήσει.



























