Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El aterrizaje
01
acción de descender una aeronave hasta posarse sobre una pista, el agua u otra superficie
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El aterrizaje fue suave y puntual.



























