peinar
pei
pei
pei
nar
ˈnaɾ
nar
soltarfrotaraislarahogar

Ορισμός και σημασία του "peinar"στα ισπανικά

peinar
01

χτενίζω, καλλωπίζω τα μαλλιά

pasar un peine o cepillo por el pelo para arreglarlo 
peinar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
peino
γ΄ ενικό πρόσωπο
peina
ενεστώτα μετοχή
peinando
απλός αόριστος
me peiné
παθητική μετοχή
peinado
Παραδείγματα
Me peino todas las mañanas. 

Χτενίζομαι κάθε πρωί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store