peinar
Pronunciation
/peɪnˈaɾse/

Ορισμός και σημασία του "peinar"στα ισπανικά

peinar
[past form: me peiné][present form: me peino]
01

χτενίζω, καλλωπίζω τα μαλλιά

pasar un peine o cepillo por el pelo para arreglarlo
peinar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
peino
γ΄ ενικό πρόσωπο
peina
ενεστώτα μετοχή
peinando
απλός αόριστος
me peiné
παθητική μετοχή
peinado
Παραδείγματα
Los niños no quieren peinarse.
Τα παιδιά δεν θέλουν να χτενίζονται.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store