Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
peinar
[past form: me peiné][present form: me peino]
01
χτενίζω, καλλωπίζω τα μαλλιά
pasar un peine o cepillo por el pelo para arreglarlo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
peino
γ΄ ενικό πρόσωπο
peina
ενεστώτα μετοχή
peinando
απλός αόριστος
me peiné
παθητική μετοχή
peinado
Παραδείγματα
Los niños no quieren peinarse.
Τα παιδιά δεν θέλουν να χτενίζονται.



























