Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
peinar
01
χτενίζω, καλλωπίζω τα μαλλιά
pasar un peine o cepillo por el pelo para arreglarlo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
peino
γ΄ ενικό πρόσωπο
peina
ενεστώτα μετοχή
peinando
απλός αόριστος
me peiné
παθητική μετοχή
peinado
Παραδείγματα
Me peino todas las mañanas.
Χτενίζομαι κάθε πρωί.



























