Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cepillar
01
βουρτσίζω τα δόντια μου
limpiar los dientes usando un cepillo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
cepillo
γ΄ ενικό πρόσωπο
cepilla
ενεστώτα μετοχή
cepillando
απλός αόριστος
me cepillé
παθητική μετοχή
cepillado
Παραδείγματα
Me cepillo los dientes tres veces al día.
Εγώ βουρτσίζω τα δόντια μου τρεις φορές την ημέρα.
02
βουρτσίζω
pasar un cepillo por el cabello para desenredarlo, alisarlo o darle forma
Παραδείγματα
Cepilla suavemente el cabello mojado para no romperlo.
Χτενίστε απαλά τα βρεγμένα μαλλιά για να μην σπάσουν.



























