Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reservado
01
συνεσταλμένος, κλειστός
que no habla mucho y mantiene sus cosas en privado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más reservado
συγκριτικός βαθμός
más reservado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
reservado
αρσενικό πληθυντικό
reservados
θηλυκό ενικό
reservada
θηλυκό πληθυντικό
reservadas
Παραδείγματα
Él es una persona muy reservada.
Είναι ένα πολύ συνεσταλμένο άτομο.
El reservado
01
θέση
huna mesa en un restaurante que tiene asientos fijos, a menudo con respaldo alto, y que suele estar parcialmente separada de otras mesas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
reservados
Παραδείγματα
Prefiero sentarme en un reservado porque es más íntimo.
Προτιμώ να καθίσω σε ένα διαμέρισμα γιατί είναι πιο οικείο.



























